Καρκίνος μαστού

Ο καρκίνος του μαστού είναι η 1η σε συχνότητα κακοήθεια στον κόσμο στις γυναίκες.

Το 2012 διαγνώστηκαν 1.670.000 νέες περιπτώσεις καρκίνου του μαστού και ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί στο 25% των καρκίνων στη γυναίκα και είναι η 2η αιτία θανάτου στις ανεπτυγμένες χώρες, με 198,000 θανάτους τον χρόνο που αντιστοιχεί σε ποσοστό 15.4% των γυναικών μετά τον καρκίνο του πνεύμονα -που σ’ αυτό συμβάλει ο κακός εννοούμενος φεμινισμός που υποστηρίζεται με το κάπνισμά των γυναικών- και η πρώτη αιτία θανάτων στις υποανάπτυκτες περιοχές με 324 000 θανάτους  ήτοι 14.3% του συνόλου (Ferlay 2012).

Υπάρχουν γυναίκες που αμελούν να εξετασθούν από τον Μαστολόγο  και να υποβληθούν σε μαστογραφία. Υπάρχουν όμως και οι γυναίκες που ενώ εξετάζονται και υποβάλλονται σε μαστογραφία, μπορεί να διαβεβαιωθούν λανθασμένα ότι δεν έχουν καρκίνο του μαστού, ενώ καρκίνος να υπάρχει και να μην μπορεί να διαγνωστεί. Αυτό οφείλεται σε  κάποιες αιτίες ή αν θέλετε  και σε  κάποιες συγκυρίες. Διεθνώς αναφέρεται ότι εάν κάνουμε μόνον μαστογραφία υπάρχει 30% πιθανότητα  να μην εντοπισθεί ένας καρκίνος του μαστού. Το ποσοστό αυτό μπορεί να αυξηθεί σε περίπτωση πυκνών μαστών σε γυναίκες μικρότερες των 50 ετών (Gilbert 2015) ή σε περιπτώσεις κακής ποιότητας μαστογραφίας. .

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά και να αναφερθούμε σε ποιες περιπτώσεις που μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο:

α) όταν το είδος του καρκίνου είναι “λοβιακός τύπος”, που είναι ακτινοδιαπερατός και δεν μπορεί να εντοπισθεί εύκολα στη μαστογραφία 

β) όταν έχουμε πυκνούς μαστούς  με  σκίαση από το πλούσιο αδενικό στοιχείο, τότε αυτό μπορεί να υπερκαλύψει τη σκίαση που δίνει ένας καρκίνος του μαστού στη μαστογραφία

γ) ο Ακτινολόγος που διαβάζει τη μαστογραφία να μην είναι έμπειρος και να μην δει τον καρκίνο

δ) η μαστογραφία να είναι κακής ποιότητας  και να μην επιτρέπει τη σωστή ανάγνωση και ερμηνεία της

ε) όταν  ο καρκίνος είναι μικρός σε μέγεθός  και δεν είναι κλινικά ψηλαφητός

στ) σε περίπτωση που πραγματοποιήθηκε κυτταρολογική  εξέταση και η απάντηση της είναι αρνητική,  ενώ υπάρχει καρκίνος.  Στην περίπτωση αυτή δύο τινά μπορεί να συμβούν, ή ο ιατρός που πραγματοποίησε την παρακέντηση να μην πήρε αντιπροσωπευτικό υλικό από την περιοχή που θα έπρεπε ή ο Κυτταρολόγος να μην εξέτασε καλά το υλικό που του δόθηκε.

Αν συμβεί αυτό και χαθεί ένας καρκίνος μέσα σε πυκνό μαστό, τότε θα καθυστερήσει η διάγνωση  και  η διάγνωση θα τεθεί αργότερα  σε πιο προχωρημένο Στάδιο.

Για όλους τους ανωτέρω λόγους είναι επιβεβλημένο να γίνονται περισσότερες από μία εξετάσεις. Με τον τρόπο αυτό οι διαφορετικές εξετάσεις που δίνουν πληροφορία από διαφορετική πηγή, αλληλοσυμπληρώνουν  η μία την άλλη κι έτσι εκμηδενίζεται η πιθανότητα να ξεφύγει ένας καρκίνος του μαστού. Με τον τρόπο αυτό διευκολύνεται  η έγκαιρή διάγνωσή του, ιδίως στις νέες γυναίκες και στις γυναίκες με πυκνούς μαστούς (Gierach 2012).

Λυδία Ιωαννίδου - Μουζάκα
Χειρούργος - Γυναικολόγος,
Μαστολόγος- Ογκολόγος
ε. Καθηγήτρια Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών
Πρόεδρος Ελληνικής Εταιρείας Μαστολογίας
τ. Πρόεδρος Διεθνούς Εταιρείας Μαστολογίας (SIS)
Εθνικός Εκπρόσωπος της Ελλάδος για τον Καρκίνο και τα Κέντρα Μαστού στην Ε.Ε